Το StellasView με τον Νέστορα Αναστάσιο βρέθηκε στη μικρή σκηνή της Μονής Λαζαριστών και παρακολούθησε την παράσταση «Τρέμω» του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Πηγαίνοντας στην παράσταση, είχαμε στο μυαλό μας ένα έργο «δύσκολο», σκοτεινό και απαιτητικό, όπως συνήθως συμβαίνει με τα κείμενα του Ζοέλ Πομμερά. Αυτό που τελικά αντικρίσαμε, όμως, δεν ήταν μια απαιτητική εμπειρία που σε προκαλεί να σκεφτείς, αλλά μια παράσταση που σε αφήνει περισσότερο μπερδεμένο και αποστασιοποιημένο, χωρίς να σου δίνει κάποιο ουσιαστικό πάτημα για να συνδεθείς μαζί της.
Από πολύ νωρίς γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει μια ιστορία που να σε τραβάει. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς σαφή λόγο, χωρίς εξέλιξη και χωρίς κορύφωση. Δεν είναι θέμα ότι το έργο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος· είναι ότι δεν έχει ούτε εσωτερική συνοχή. Ως θεατής, πολλές φορές νιώθεις ότι παρακολουθείς εικόνες που απλώς περνούν μπροστά σου, χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί υπάρχουν και τι ακριβώς θέλουν να πουν.
Το “Τρέμω” μοιάζει περισσότερο με έναν σκηνικό πειραματισμό που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, παρά με μια παράσταση που έχει κάτι ουσιαστικό να πει
Παρά λοιπόν τη βαριά υπογραφή του Ζοέλ Πομμερά και το κύρος του ΚΘΒΕ, το «Τρέμω» σε σκηνοθεσία Άρη Κακλέα καταλήγει σε μια παράσταση που προσπαθεί πολύ να δείχνει σοβαρή, χωρίς όμως να το καταφέρνει πραγματικά. Πηγαίνοντας, περιμένεις κάτι καθαρό, δεμένο και ουσιαστικό, ειδικά όταν μιλάμε για έναν τόσο απαιτητικό συγγραφέα. Αντί γι’ αυτό, βρίσκεσαι μπροστά σε ένα θέαμα θολό, αυτάρεσκο και τελικά χωρίς ξεκάθαρη δραματουργική βάση.
Το ότι ο σκηνοθέτης είναι μόλις 24 ετών δεν λειτουργεί εδώ ως ένδειξη τόλμης ή φρεσκάδας, αλλά φαίνεται κυρίως ως έλλειψη εμπειρίας και θα λέγαμε…. ίσως και μέτρου. Η σκηνοθεσία δίνει υπερβολικό βάρος στη μορφή, στην εικόνα και στην ατμόσφαιρα, αφήνοντας στην άκρη τον ρυθμό, τη συνοχή και τον λόγο για τον οποίο υπάρχει κάθε σκηνή. Έτσι, η παράσταση μοιάζει «τακτοποιημένη» μόνο στην επιφάνεια. Όσο προχωρά, γίνεται φανερό ότι οι σκηνές δεν δένουν μεταξύ τους και ότι υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση κενού.
Η ατμόσφαιρα, που φαίνεται να είναι το βασικό «όπλο» της παράστασης, στηρίζεται έντονα στο σκοτάδι, στους φωτισμούς και σε μια διαρκή αίσθηση απειλής ή παρακμής. Όμως αυτή η επιλογή εξαντλείται γρήγορα. Αντί να δημιουργεί ένταση ή συγκίνηση, κουράζει και τελικά γίνεται προβλέψιμη. Το σκοτεινό και το αλλόκοτο δεν λειτουργούν από μόνα τους όταν δεν συνοδεύονται από ουσία.
Όταν η εικόνα προηγείται της ανάγκης για θέατρο, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό μόνο επιφανειακά και γρήγορα ξεχνιέται
Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ένας κόσμος σε κρίση –κοινωνική, πολιτική, υπαρξιακή– μένει στην επιφάνεια. Τα θέματα αγγίζονται αποσπασματικά και εγκαταλείπονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν βάρος. Δεν υπάρχει πραγματική σύγκρουση, ούτε κάτι που να σε κάνει να αισθανθείς ότι αυτό που βλέπεις σε αφορά άμεσα. Αντί για προβληματισμό, μένει μια αίσθηση αδιαφορίας.
Τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα εικαστικά στοιχεία δείχνουν προσεγμένα, αλλά περισσότερο ως εικόνα παρά ως μέρος μιας ζωντανής θεατρικής δράσης. Όλα μοιάζουν να υπάρχουν για να στηρίξουν ένα ύφος, όχι για να υπηρετήσουν ένα νόημα. Σε αρκετές στιγμές έχεις την αίσθηση ότι η παράσταση ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς φαίνεται παρά για το τι λέει.
Μέσα σε αυτή τη γενική ασάφεια, οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι από τα λίγα στοιχεία που κρατούν το ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα η Ελένη Θυμιοπούλου καταφέρνει να δώσει ανθρώπινο βάθος και αλήθεια σε έναν ρόλο που δεν τη βοηθά όμως ιδιαίτερα. Φαίνεται καθαρά η προσπάθειά της να κρατήσει κάτι ζωντανό μέσα σε ένα πλαίσιο που δύσκολα στηρίζει τον ηθοποιό. Και οι υπόλοιποι ερμηνευτές προσπαθούν, αλλά συχνά μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε ρόλους χωρίς ξεκάθαρη ταυτότητα.
Στο τέλος της παράστασης, αυτό που μένει δεν είναι μια έντονη εμπειρία ή ένας προβληματισμός που συνεχίζεται μετά το χειροκρότημα. Μένει κυρίως η αίσθηση ότι παρακολούθησες κάτι που θα μπορούσε να είναι πολύ πιο ουσιαστικό, αλλά τελικά χάθηκε μέσα στη μορφή του. Το “Τρέμω” μοιάζει με μια παράσταση που θέλει να πει πολλά, αλλά τελικά λέει ελάχιστα, αφήνοντας τον θεατή περισσότερο κουρασμένο παρά συγκινημένο.
Ο αφηγητής-παρουσιαστής του έργου και τα παράξενα πλάσματα που τον πλαισιώνουν στην παράσταση θα μπορούσαν… υπό προυποθέσεις… να δημιουργήσουν ένταση και ενδιαφέρον. Αντί γι’ αυτό, στην εν λόγω παράσταση, καταλήγουν να μοιάζουν με διαδοχικές πόζες. Σκοτεινές εικόνες που επαναλαμβάνονται, χωρίς εξέλιξη και χωρίς να κορυφώνονται. Το σκοτάδι λειτουργεί περισσότερο σαν διακόσμηση παρά σαν εργαλείο αφήγησης, ενώ η σκληρότητα του κόσμου που υποτίθεται ότι βλέπουμε δεν γίνεται ποτέ πραγματικά συγκινητική ή απειλητική.
Η παράσταση θέλει να μιλήσει για τη σύγχρονη πραγματικότητα, όμως το κάνει με τρόπο αποσπασματικό και τελικά πολύ ασφαλή. Τα πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία περνούν μπροστά από τον θεατή σαν θολές αναφορές, χωρίς βάθος και χωρίς συνέπειες. Η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στον ρεαλισμό και το γκροτέσκο δεν δημιουργεί ένταση· αντίθετα, σε αφήνει αδιάφορο.
Αξίζει, πάντως, να ειπωθεί ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη παράσταση, αλλά και το ίδιο το έργο ως έργο. Το «Τρέμω» του Ζοέλ Πομμερά δεν μοιάζει με ολοκληρωμένο θεατρικό κείμενο, αλλά περισσότερο με έναν παρατεταμένο σκηνικό πειραματισμό. Σαν να βλέπεις δοκιμές επί σκηνής που δεν κατέληξαν ποτέ σε μια τελική, στέρεη μορφή. Δεν υπάρχει δραματουργικός άξονας που να κρατά το ενδιαφέρον, ούτε εσωτερική λογική που να δίνει συνοχή σε όσα συμβαίνουν.
Παρότι συχνά επιχειρείται να παρουσιαστεί ως έργο που κινείται στα όρια του θεάτρου του παραλόγου, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ενταχθεί εκεί σε καμία περίπτωση. Το θέατρο του παραλόγου, όσο αποσπασματικό κι αν φαίνεται, έχει πάντα μια βαθιά δομή, έναν υπόγειο ρυθμό και μια ξεκάθαρη υπαρξιακή αγωνία. Εδώ, αντίθετα, το παράλογο μοιάζει επιφανειακό, περισσότερο αισθητικό τέχνασμα παρά ουσιαστική δραματουργική επιλογή.
Συνολικά λοιπόν θα λέγαμε πως, το «Τρέμω» είναι μια παράσταση που στηρίζεται πολύ στην εικόνα, στα ονόματα και στη λογική της «δύσκολης» τέχνης, χωρίς όμως να προσφέρει ουσιαστικό θεατρικό αποτέλεσμα. Μιλά για την κρίση, αλλά αποφεύγει τη σύγκρουση. Υπόσχεται βάθος, αλλά μένει στην επιφάνεια. Και τελικά αφήνει τον θεατή όχι προβληματισμένο, αλλά απλώς αποστασιοποιημένο.
✍️ ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
Το έργο:
Ένας παρουσιαστής εμφανίζεται στη μισοσκότεινη σκηνή και υπόσχεται στους θεατές μια ιδιαίτερη βραδιά, στο τέλος της οποίας ο ίδιος θα πεθάνει μπροστά στα μάτια τους. Από εκείνη τη στιγμή ένας παράδοξος κόσμος ξετυλίγεται μέσω διαδοχικών σκηνών, παρουσιάζοντάς μας οικεία αλλά και παράξενα πρόσωπα. Ο ρεαλισμός συναντά το μεταφυσικό σε μια κινηματογραφική αφήγηση, με την οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να συναντήσει την πραγματικότητα μέσω της μυθοπλασίας.
Συντελεστές:
Συγγραφέας: Ζοέλ Πομμερά
Μετάφραση: Θοδωρής Καφάσης
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Άρης Κακλέας
Σκηνικά: Σάκης Μπιρμπίλης, Άρης Κακλέας
Κοστούμια: Θώμις Παπαδημητρίου
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βίντεο: Τατιάνα Υφαντή
Βοηθός σκηνοθέτη – σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Μαίρη Ανδρέου
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη, Άννα Μαρία Γάτου
*Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Εμμανουέλα Νταλιάνη, Χριστίνα Γεωργιάδου
Διανομή:
Μομώ Βλάχου
Ξένια Γραμματικού
Τάρικ-Δημήτρης Ελ Φλάιτι
Ελένη Θυμιοπούλου
Δημήτρης Μορφακίδης
Ολυμπία Μπουλογεώργου
Γρηγόρης Παπαδόπουλος
Χρήστος Τσάβος
Βρείτε μας στα social media του StellasView:
Facebook: https://www.facebook.com/Stellasview/
Instagram: https://www.instagram.com/stellasview.gr/
Youtube: https://www.youtube.com/c/StellaPerpera/
Tiktok: https://www.tiktok.com/@stellaperpera/
Viber: StellasView.gr
X Twitter: https://x.com/StellaPerpera/



Κάντε το πρώτο σχόλιο