Αλίκη… 25 χρόνια εκτυφλωτική λάμψη στο σύμπαν

Ωραία μου Κυρία, 1977

Αλίκη Βουγιουκλάκη

«Όταν μια μέρα θα φύγω από τη ζωή… E, πείτε πως χάσατε ένα χαμόγελο…» είχε πει

Έτσι κι έγινε… Εικοσιπέντε χρόνια, ακριβώς ένα τέταρτο του αιώνα συμπληρώνονται σήμερα από τη μέρα που η Αλίκη έγινε αστερόσκονη στο σύμπαν και ταξίδεψε για πάντα στη σφαίρα των αθανάτων και την αιωνιότητα κι όπως σωστά είχε προβλέψει, εμείς γίναμε φτωχότεροι και ξεμείναμε κι από χαμόγελο κι από χρυσόσκονη. Και μπορεί ως γεγονός να είναι πέρα για πέρα μια πραγματικότητα, υπάρχει όμως παντού διάχυτη η ψευδαίσθηση της έντονης παρουσίας της σα να μην έφυγε ποτέ, πως κάπου εδώ γύρω κρύβεται πάλι, μας κλείνει το μάτι και μας χαμογελά, όπως μοναδικά ήξερε να κάνει!!! … με εκείνο το χαρακτηριστικό βλέμμα… με εκείνο το μοναδικό χαμόγελο…

Το ημερολόγιο έδειχνε 23 Ιουλίου 1996, ημέρα Τρίτη. Το ρολόι σταμάτησε το πρωί στις 10:13 και η Αλίκη με το απρόσμενο και απροσδόκητο φευγιό της πέρασε σαν αστραπή στη σφαίρα του θρύλου πια, καθώς οι απλοί μύθοι μπορεί να έχουν ημερομηνία λήξης.

Η επιστήθια φίλη και συμμαθήτριά της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, Τζένη, την είχε προλάβει τέσσερα χρόνια πριν και το ‘σκασε πρώτη. «… το παιχνίδι παίχτηκε μόνο ανάμεσα σε μένα και τη Τζένη» δήλωσε η Αλίκη ένα-δυο χρόνια μετά το φευγιό της Τζένης. Μαζί χώρισαν την Ελλάδα και τους Έλληνες σε δυο στρατόπεδα. Στη μια πλευρά, την πιο “αριστερή”, την πιο εναλλακτική την πιο κουλτουριάρικη ήταν η Τζένη παρέα με τον Μίκη, τον Ιάκωβο Καμπανέλη και τον Κώστα Πρετεντέρη και μαζί τους οι μισοί Έλληνες, οι “Καρεζικοί”. Στην απέναντι πλευρά, την περισσότερο αστική, την περισσότερο ελίτ και συντηρητική ήταν το αντίπαλο δέος, η Αλίκη παρέα με τον Μάνο, τον Νίκο Γκάτσο και τον Αλέκο Σακελλάριο και μαζί τους οι άλλοι μισοί Έλληνες, οι “Βουγιουκλακικοί”. Λοιποί σκηνοθέτες, μουσικοί και συγγραφείς μοιράστηκαν αντίστοιχα στα δύο στρατόπεδα.

Αν κι από τοποθέτηση ή στάση ζωής θα όφειλα να είμαι ταγμένος στο στρατόπεδο της Τζένης (και δικαίως ίσως…), ωστόσο η Αλίκη πάντα με κέρδιζε.

Γιατί όποιος πει πως σαν παιδί δεν ονειρεύτηκε μαζί της έστω στα κρυφά απ’ τις οθόνες ή δεν κάθισε στην ίδια βάρκα με τη Μανταλένα, μάλλον θα λέει ψέματα ή θα έχει νοικιάσει μια μίζερη θέση στον εξώστη, όπως είπε η ίδια μερικούς μήνες πριν φύγει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο επέλεξε το άσπρο και το ίδιο  θέλαμε κι εμείς εκείνη την εποχή της αθωότητας. Γιατί 25 χρόνια μετά το αναπάντεχο ταξίδι της στο σύμπαν, σήμερα την ξέρουν τα παιδιά…

Υπήρξαν και υπάρχουν μέχρι και σήμερα πολλοί επικριτές της που τη θεωρούσαν και τη θεωρούν ατάλαντη (μα έλα τώρα…), τάχα δήθεν, τάχα ψεύτικη, τάχα υπερβολική, τάχα επιτηδευμένη. Τη λοιδόρησαν πως αναλώθηκε για χάρη της εικόνας της και παγιδεύτηκε σε ρόλους συγκεκριμένους, ρόλους κατά παραγγελία, κομμένους και ραμμένους στα μέτρα της και ανακύκλωσε την Τέχνη της σε διαρκείς υποκριτικούς μανιερισμούς. Ακόμη κι αυτοί που την κατηγορούν όμως, ρίχνουν κρυφές λοξές ματιές στην τηλεόραση, όταν προβάλλονται οι «εμπορικές» ταινίες της. Δύο φορές βρέθηκε στην ιερή σκηνή του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου αυτή που υπηρέτησε το εύπεπτο είδος στο θέατρο, μια το 1986 με τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη και μια ακόμη φορά, τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1990 με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μα τι δουλειά έχει η εθνική σταρ να βρεθεί μπροστά στο ιερό κοίλο της Επιδαύρου; Γιατί δεν κάθεται στον φυσικό της χώρο, στο θέατρο της οδού Αμερικής; Η Επίδαυρος δεν είναι για όλους (ηθοποιούς και θεατές), ούτε μπορούν να σταθούν όλοι εκεί. Και μπορεί τη μεν πρώτη φορά οι κριτικοί να ήταν επιεικείς μαζί της, καθώς βάδιζε πάνω σε γνώριμα σκηνοθετικά χνάρια υπό το βλέμμα του πρώην δασκάλου της και σκηνοθέτη της παράστασης, Αλέξη Σολωμού σε μια ήδη δοκιμασμένη παράσταση του Φεστιβάλ Επιδαύρου που αναβίωνε ξανά και ξανά, το 1957 αρχικά και μετά το 1972 και το 1980, τη δεύτερη φορά όμως χύθηκε πολύ μελάνι και πολλή, πολλή χολή. Με τα νιαουρίσματα της Βουγιουκλακικής «Αντιγόνης» όμως το Φεστιβάλ Επιδαύρου ξόφλησε τα σπασμένα των προηγούμενων ετών, καθώς οι 17.000 και πλέον θεατές κάθε βράδυ δεν χωρούσαν στις δύο παραστάσεις που δόθηκαν στο αρχαίο αργολικό θέατρο.

Ξεκινώντας να γράψω για ‘κείνη δεν ήξερα από που και πως να ξεκινήσω, ούτε πότε πρέπει να σταματήσω, σκέψεις σκόρπιες, λόγια σκόρπια, γιατί ναι μεν η Αλίκη είχε μια αρχή, αλλά ποτέ δεν έχει τέλος. Η συνάντησή μου μαζί της έμελλε να γίνει κοντά στο δικό της φευγιό πριν το τέλος και στη δική μου αρχή. Παιδί σχεδόν την πρόλαβα στη Θεσσαλονίκη στις τρεις τελευταίες θεατρικές της παραστάσεις (Miss Pepsi, My fair lady, The Sound of Music). Τρεις φορές την είδα στη «Μελωδία της ευτυχίας», στο κύκνειο άσμα της και η τρίτη και τελευταία φορά έμελλε να είναι στην τελευταία της παράσταση, εκεί που αν και παιδί ακόμη κατάλαβα (καθώς ήταν πολύ έκδηλο ήδη από τις δύο πρώτες φορές) πως το άσπρο θα γίνει μαύρο, όπως και συνέβη μόλις τρεις μήνες μετά.

Δούλεψε καλά την εικόνας της και δημιούργησε έναν μύθο γύρω της. Ως παιδί νόμιζα πως δεν είναι «πραγματική ή αληθινή». Νόμιζα πως δεν μπορείς να την αγγίξεις, πως είναι απλησίαστη, απρόσιτη, αλλά και πολύ εύθραυστη παράλληλα σαν ένα Master Piece ενός Μουσείου, μέχρι που την είδα ζωντανά εκείνη την Πέμπτη του Νοέμβρη του ’92 στη Θεσσαλονίκη να υποδύεται την Pepsi, έναν ρόλο που υποδύθηκε πολλά χρόνια πριν και η Λαμπέτη. Μαγεμένος, σχεδόν εκστασιασμένος την είδα πάνω στη σκηνή να παίρνει μαζί της όλη την πλατεία και τότε συνειδητοποίησα πως ναι… υπάρχει. Ναι, είναι αληθινή, όπως είμαι κι εγώ κι όλοι οι υπόλοιποι στην πλατεία. Ναι, έχει σάρκα και οστά αυτή η «ατάλαντη» με αυτό το τεράστιο σκηνικό εκτόπισμα.

Κλείνω τα μάτια και την φαντάζομαι στο σήμερα αποτραβηγμένη από τα πολλά φώτα και τη δημοσιότητα στον Θεολόγο να ενσαρκώνει άψογα στη ζωή πια την Αλεξάνδρα ντε Λάγκο από το «Γλυκό πουλί της νιότης». Και πιο πριν τι;;; Ίσως την «Evita» ξανά, εκεί που το 1981 η σκηνική της παρουσία ήταν ένας θρίαμβος και μετά «Sunset Boulevard» και «Sweet Charity» πάλι και μετά τέλος τα μεγάλα και λαμπερά Musicals του Broadway και του West End με τη σκυτάλη να παραδίδεται σε σπουδαίους ρόλους από το παγκόσμιο ρεπερτόριο, όπως την «Έντα Γκάμπλερ», τη Μάρθα στο «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;», την Λιουμπόφ Αντρέγεβνα Ρανέφσκαγια στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ και προς το τέλος τη «Μάνα Κουράγιο», την κα Άλβινγκ στους «Βρυκόλακες» του Ίψεν, την «Τρελή του Σαγιό», τη μάνα στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα.

Αλίκη Βουγιουκλάκη, 20 Ιουλίου 1934 – 23 Ιουλίου 1996

 

Τιμητικό Αφιέρωμα:  Στάθης Γιαννακίδης

Βρείτε μας στα social media του StellasView:

Facebook: https://www.facebook.com/Stellasview/

Instagram: https://www.instagram.com/stellasview.gr/

Youtube: https://www.youtube.com/c/StellaPerpera/

Twitter: https://twitter.com/StellaPerpera/

Περί Στάθης Γιαννακίδης 5 Άρθρα
Ονομάζομαι Στάθης Γιαννακίδης και μαζί θα τα λέμε στην στήλη Athens Agenda του StellasView για όσα συμβαίνουν στην πρωτεύουσα και αξίζει τον κόπο να σχολιαστούν.

1 Comment

  1. …πραγματικά χάσαμε ένα χαμόγελο (το πιο γλυκό χαμόγελο) και την ελπίδα που μας έδινε για ένα καλύτερο αύριο. Αλίκη! Η μοναδική σταρ που έχει βγει στην Ελλάδα. Η Εθνική μας Σταρ! Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τόσα χρόνια εξακολουθεί να λάμπει και νέα παιδιά όχι μόνο την ξέρουν αλλά μαθαίνουν για την ζωή της και τα έργα της. Για εμάς το λίγο “παλαιότερους” που την έχουμε ζήσει, την αγαπήσαμε, και εξακολουθούμε να την αγαπάμε, μας λείπει αφάνταστα. Θυμάμαι σαν να ήταν χθές με πόση αγωνία διάβαζα τις συνεντεύξεις της στα περιοδικά ή τις έβλεπα στην TV ή περίμενα με αγωνία να μάθω πιο έργο θα παίξει. Για την Αλίκη μπορώ να μιλάω ατελείωτα και έχω πολλά ακόμη που μπορώ να γράψω αλλά δεν μου φτάνει ο χώρος εδώ. Θα σας αφήσω με μια φράση που κάποτε είχε πει η Αλίκη, μια φράση που με στιγμάτισε και την εφαρμόζω καθημερινά στην ζωή μου. “Κάθε μέρα που δεν γελάμε, είναι μια μέρα που δεν την ζούμε!”

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.