Κριτική για τη “Γκέμμα” του Λιαντίνη σε σκηνοθεσία του Πάνου Αγγελόπουλου

Ήμασταν εκεί για εσάς. To stellasview.gr βρέθηκε στο θέατρο Αριστοτέλειον, στη θεατρική μεταφορά του βιβλίου “Γκέμμα” και έζησε κυριολεκτικά μια μοναδική εμπειρία.

Ένα σύγχρονο πολυσυζητημένο έργο σπάνιου φιλοσοφικού προβληματισμού και υψηλής γλωσσικής εκφραστικής διεκδίκησης σε μία θεατρική προσαρμογή που συγκλόνισε το κοινό της Αθήνας, μεταφέρεται στη θεατρική σκηνή του θεάτρου «Αριστοτέλειον» από την Παρασκευή 8 Νοεμβρίου και μόνο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Πρόκειται το δίχως άλλο για  μια μυσταγωγική παράσταση που μας καλεί μέσα από τη θεατρική, ερμηνευτική προσέγγιση του σκηνοθέτη να μυηθούμε στο φως και την αλήθεια.
Η «Γκέμμα» του Λιαντίνη αποτελεί αναντίλεκτα θησαυρό φιλοσοφικό, ποιητικό και λογοτεχνικό σε μια κατάθεση της δικής του βιωματικής «αλήθειας», λέξη με την οποία κλείνει ο Λιαντίνης τη «Γκέμμα» του: «Έζησα την αλήθεια».

Ο συγγραφέας, παιδαγωγός, φιλόσοφος, ποιητής, βαθύς μελετητής του ελληνικού κλασσικού πνεύματος, της παγκόσμιας ιστορίας της φιλοσοφίας, της σύγχρονης νεοελληνικής πολιτιστικής και πολιτικής πραγματικότητας Δημήτρης Λιαντίνης, δίδαξε ως γνωστόν,  ως καθηγητής: φιλοσοφία της αγωγής, παιδαγωγική και διδακτική των ελληνικών μαθημάτων στο τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έγραψε δε, βιβλία φιλοσοφικού συλλογισμού με ιδιαίτερη, προσωπική, στοχαστική χαρακτηριστική ποιητική γραφή, αλλά και ακριβολόγο πνεύμα τα οποία κεντρίζουν σαν βουκέντρα τον ανήσυχο και δη υποψιασμένο αναγνώστη.

Μέσα μάλιστα στο λιτό, αλλά εύστοχα υποβλητικό σκηνικό του Γιάννη Ζημιανίτη, ήτοι σε μια αμφίσημη αίθουσα συγγραφής, αλλά και διδασκαλίας με video wall, ξετυλίγονται δίκην διάλεξης οι διαχρονικές και πανανθρώπινες ιδέες-αρχέτυπα του Λιαντίνη και ενσαρκώνονται σε ανθρώπινους χαρακτήρες από καταξιωμένους και εγνωσμένου κύρους ηθοποιούς υπό τη σκηνοθετική οδηγία του Πάνου Αγγελόπουλου, σε αρμόζοντα κοστούμια της Λευκής Δεριζιώτη, σε κινησιολογία της Έρσης Πήττα και σε μουσική επιμέλεια της Έρρικας Σωτηρόπουλου. Με εφόδιο ειδικότερα τον ασθματικό φιλοσοφικό λόγο στη σκηνή, οι αναπάντητοι προβληματισμοί με τους οποίους καταπιάνεται το κείμενο του Λιαντίνη, ανταμώνουν, με αντίλαλη αίσθηση, σε παραλληλισμούς διασταυρώσεων, εξορίζονται και σμίγουν εκ νέου σε ανώτερα όντα με ένα και μοναδικό σκοπό: να δώσουν στέρεη απάντηση και να ρίξουν ζείδωρο φως στα πυκνά σκοτάδια της ανθρωπότητας.

Η σκηνοθετική μάλιστα απόπειρα του Πάνου Αγγελόπουλου ανταποκρίνεται πλήρως στα αισθητικά και αφηγηματικά νάματα του Λιαντίνη και αποκαλύπτοντας έτσι την εμβάθυνση του σκηνοθέτη πάνω στους πολυσυζητημένους θεματικούς άξονες του βιβλίου. Με την εύστοχη άλλωστε επιλογή των αποσπασμάτων και τη δεινή ερμηνευτική απόδοση των ηρώων δημιουργείται ένα μωσαϊκό πολυφωνίας και διαλεκτικότητας τόσο μεταξύ των ηθοποιών, όσο και μεταξύ αφηγητών και κοινού. Η έντονη αξίζει να υπογραμμίσουμε αυτή απόταση προς το κοινό και η απόδοση ενός εσωτερικού σχεδόν μονολόγου στις αφηγήσεις, προσδίδει στο έργο ακραιφνή αυθεντικότητα και δραματικότητα, καθώς οι θεατές είναι σαν να κρυφακούν κατά κάποιον τρόπο τις ανεκλάλητες σκέψεις της σοφίτας του μυαλού του Λιαντίνη.

Η ίδια άλλωστε η σκηνή, η οποία όχι απλώς δεν είναι φορτωμένη, αλλά δεσπόζει σχεδόν υποδόρια λιτή, συνηγορεί στο σκηνικό της στάγδην μετάγγισης των υψηλών νοημάτων του φιλοσοφικού κειμένου  στο κοινό. Οι ήρωες εξομολογούνται ως εκ τούτου τις σκέψεις του Λιαντίνη σε μια ακαδημαϊκή αίθουσα, σε έναν χώρο γεμάτο με αταβιστικές μνήμες και προαιώνια χαραγμένα στο νερό ίχνη, τα οποία μοιάζει να ήγγικεν επιτέλους η ώρα να καταγραφούν στο χαρτί.

Οι ερμηνείες αξίζει να τονίσουμε πως ήταν συλλήβδην δυνατές και διαρρήδην εγγεγραμμένες στον άξονα των υπαρξιακών ζητημάτων: της ατομικής ευθύνης, του οντολογικού ζητήματος του θείου και του πανδαμάτορα έρωτα που οιστρηλατεί αναφανδόν το είναι μας. Οι ηθοποιοί έτσι που ενσάρκωσαν τις φιλοσοφικές απορίες του Λιαντίνη, έδωσαν σταδιακά την εικόνα της απομόνωσης, της εσωστρέφειας, του απολογισμού, της έκρηξης. Υποδύθηκαν δε, αρκετούς ρόλους, σε μια καλειδοσκοπική, φιλοσοφική ατμόσφαιρα επιτάχυνσης εκείνων των σταθμών, ορόσημων που σφράγισαν την ανθρώπινη διανοητική, εξελικτική πορεία.

Η Κατερίνα Διδασκάλου πιο αναλυτικά, ο Βασίλης Παλαιολόγος, η Βίκυ Μαραγκάκη, η Κρυσταλλία Κεφαλούδη και Νατάσσα Μήττα με τον ιδιαίτερο τρόπο αφήγησής τους αποκαλύπτουν εκ περιτροπής με αριστοτεχνικές εκφραστικές και λεπτές κινησιολογικές ικανότητες τον ιδιαίτερο ψυχισμό ενός ήρωα (Λιαντίνη) που πάλλεται από ιερή μανία και επιθυμεί διακαώς να επικοινωνήσει τις αλήθειες που έχει με μόχθους κοινωνήσει και χαριτωθεί. Επιτυχημένη το δίχως άλλο σκηνοθετική νότα, αλλά και συντελεστής συναισθηματικής αποκλιμάκωσης κρίνεται η επιλογή του Γιώργου Νάκου, ο οποίος με τους ήρωες-ορόσημα που καλείται να υποδυθεί φωτίζει τις ενδεχόμενες αναδυόμενες αμφισημίες, αλλά και αποφορτίζει αποτελεσματικά το κοινό από το αναμφίβολα μεστό σε νοήματα κείμενο. Εκείνος, ωστόσο, που αναμφίλεκτα εντυπωσιάζει και σφραγίζει το έργο είναι κατηγορηματικά ο Νίκος Καλογερόπουλος. Ο εγνωσμένου πιο συγκεκριμένα κύρους και καταξιωμένος ηθοποιός όντας σχεδόν αμέτοχος στη διάρκεια της παράσταση, περιμένοντας κατά συνέπεια στωικά τη σειρά, καταθέτει τω όντι μια συγκλονιστική ερμηνεία επί σκηνής και όχι μόνο, η οποία γέμει αυθεντικής και δεινής απεύθυνσης που ξεχειλίζει από στοχαστική ωριμότητα, η οποία δε διολισθαίνει σε διδακτικά μονοπάτια.

Συμπερασματικά, πρόκειται για μια σπουδαία παράσταση η οποία αξίζει να ιδωθεί από το φιλοθεάμον κοινό της πόλης, καθώς το αποτέλεσμα της θεατρικής πράξης, η οποία συνιστά το δίχως άλλο δραματοποιημένη μαθητεία ζωής έχει ένταση και αμεσότητα αντιθετικών καταστάσεων σε κυκλικό επαναπροσδιορισμό και ως σχήμα θεατρικής προφορικής αφήγησης, αλλά και ως παλαίφατης αφυπνιστικής πράξης.

Κριτική: Eυθύμιος Ιωαννίδης

Η Υπόκλιση & το Χειροκρότημα εδώ:

Φωτογραφίες & video: Στέλλα Πέρπερα

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ:

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Proudly powered by WordPress | Theme: Baskerville 2 by Anders Noren.

Up ↑