Σοφία Νικολαΐδου: “Είμαστε ό,τι ζούμε. Εδώ. Τώρα. Οπότε, ας ζήσουμε στη διαπασών”

Η καταξιωμένη φιλόλογος, διακεκριμένη καθηγήτρια δημιουργικής γραφής και εγνωσμένου κύρους συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου, μίλησε στο stellasview.gr και στον Ευθύμιο Ιωαννίδη. 

Η Σοφία Νικολαΐδου, έχει σπουδάσει κλασική φιλολογία και είναι ενεργεία εκπαιδευτικός. Έχει επίσης διδάξει το μάθημα της λογοτεχνίας στη σχολή δραματικής τέχνης του ΚΘΒΕ, καθώς και δημιουργική γραφή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Σήμερα, μάλιστα διδάσκει δημιουργική γραφή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει διηγήματα και μυθιστορήματα, όπως επίσης μελέτες και μεταφράσεις. Με αφορμή, το «Υπέρ Ελλάδος», το πρώτο της θεατρικό έργο, το οποίο ανεβαίνει σε παραγωγή του ΚΘΒΕ, είχαμε μια όμορφη συζήτηση για τη συγγραφή, το έργο της, την ιστορία, τη δημιουργική γραφή, τη θεατρική γραφή και μοιράστηκε μαζί μας συμβουλές ζωής.

Με το τελευταίο σας μυθιστόρημα “Στο τέλος Νικάω εγώ (2017)” αυτόνομο, αλλά και συμπληρωματικό των “Απόψε δεν έχουμε φίλους (2010)” και “Χορεύουν οι ελέφαντες (2012)”, ολοκληρώνεται η άτυπη τριλογία σας, όπου κεντάτε διαρρήδην τη σκοτεινή και συσκοτισμένη Ιστορία της Θεσσαλονίκης από το 1912 ως το 2015. Η ιδέα για τη συγγραφή της τριλογίας προϋπήρχε μέσα σας ή διαμορφώθηκε στην πορεία;

Τα συγγραφικά σχέδια διαμορφώνονται στην πορεία: όταν ολοκλήρωσα το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους», το 2010 παρατήρησα κάτι. Ξέρετε πώς καταλαβαίνω συνήθως ότι τελείωσε ένα βιβλίο; Όταν οι ήρωές του φεύγουν απ’ το σπίτι (γέλια). Μπορεί να ακούγεται παράξενο, όμως ο μυθιστοριογράφος ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί με τους ήρωες του βιβλίου του. Όταν λοιπόν ολοκληρωθεί η συγγραφή, σχεδόν τους ακούω να φεύγουν. Και να κλείνουν πίσω τους την πόρτα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως συνέβη κάτι που δεν το είχα υπολογίσει: οι άνθρωποι αυτοί παρέμειναν. Φαίνεται πως είχαν κι άλλα να πουν. Οι ζωές τους συνεχίζονταν και εκτός βιβλίου. Το «Χορεύουν οι ελέφαντες» και το «Στο τέλος νικάω εγώ» συμπλήρωσαν την τριλογία: τρία αυτόνομα -και την ίδια στιγμή μέρη ενός ευρύτερου συνόλου- μυθιστορήματα που αφηγούνται την ιστορία μιας πόλης, της Θεσσαλονίκης, την περιπέτεια μιας χώρας, της Ελλάδας, και τις ζωές των κατοίκων της.

Το  «Υπέρ Ελλάδος» που ανεβαίνει σε παραγωγή του ΚΘΒΕ, βασίζεται στο βιβλίο σας «Χορεύουν οι ελέφαντες» και αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο σας θεατρικό έργο. Τι γεύση σας άφησε η συγγραφική σας αυτή ανάγκη να δοκιμαστείτε και στη θεατρική γραφή;

Το καταδιασκέδασα: το θέατρο είναι, για μένα, ένα γοητευτικό καινούργιο παιχνίδι. Οι συγγραφικοί κώδικες εδώ είναι εντελώς διαφορετικοί: αυτό κάνει τον συγγραφέα αναγκαστικά πιο επινοητικό. Ένας μυθιστοριογράφος έχει να μάθει πολλά από το θέατρο (όπως και από τον κινηματογράφο). Ήμουν τυχερή: σ’ αυτό το πρώτο μου θεατρικό έργο συνεργάστηκα με έναν μεγάλο και έμπειρο οργανισμό, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, και μια σκηνοθέτιδα με την οποία συνεννοηθήκαμε από την πρώτη στιγμή. Η Πηγή Δημητρακοπούλου αντιλαμβάνεται το βάρος και τη σημασία της κάθε λέξης στο κείμενο και διαθέτει την επινοητική φαντασία και την καλλιτεχνική φλόγα που της επιτρέπει να το μεταμορφώσει σε εικόνα και ζωή επί σκηνής.

Για όποιον βέβαια διαβάσει το βιβλίο, και επιπλέον για όποιον δει την παράσταση, πολλές απορίες λύνονται και πολλοί γόνιμοι προβληματισμοί δημιουργούνται. Αλήθεια, τι είδους έρευνα και πόσος χρόνος επεξεργασίας χρειάστηκε για να γράψετε το «Υπέρ Ελλάδος»;

Η έρευνα σχετίζεται με τις πηγές. Η ιστορία είναι αληθινή: αφορά τη διαβόητη «υπόθεση Πολκ», τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη το 1948 και την καταδίκη ενός αθώου, του Γρηγόρη Στακτόπουλου για τον φόνο. Πρόκειται συνεπώς για μια δολοφονία που ορίζει την αρχή του ψυχρού πολέμου στην Ευρώπη. Είναι η «ελληνική υπόθεση Ντρέιφους». Πριν αρχίσω, ωστόσο, να γράφω, μελέτησα τα πάντα: εφημερίδες και πρωτοσέλιδα της εποχής, ρεπορτάζ, φωτογραφίες, μονογραφίες (γράφτηκαν πολλές), μαρτυρίες (του ίδιου του Στακτόπουλου, αλλά και του Καφίρη, του αντιεισαγγελέα που παραιτήθηκε από την υπόθεση), όλα τα κείμενα/βιβλία/δημοσιεύματα που αφορούν το θέμα. Και μετά τα άφησα πίσω μου, για να γράψω. Τον χρόνο της έρευνας ακολούθησε ο χρόνος της επώασης: ένα χρονικό διάστημα για να χωνέψουν μέσα μου οι πηγές και να παρθούν οι συγγραφικές αποφάσεις (ποιος λέει την ιστορία, για παράδειγμα, ποια θα είναι η δομή της αφήγησης και τα σχετικά). Όλο αυτό, όπως καταλαβαίνετε, προϋποθέτει χρόνια δουλειάς. Είναι μια γοητευτική -και ξεσηκωτική- διαδικασία.

Η ιστορία κρατά αναμφίλεκτα τα κλειδιά του μέλλοντός μας και του παρόντος μας. Εντούτοις γιατί αρέσκεται σε επαναλήψεις; Γιατί μήπως εμείς δε μαθαίνουμε ποτέ από τα σφάλματά μας;

Με την Ιστορία, νομίζω, συμβαίνει αυτό που συμβαίνει με τη ζωή: πρέπει να πάθεις, για να μάθεις. Η γνώση, δυστυχώς, δε μεταδίδεται και η ίδια η Ιστορία σπανίως διδάσκει.

Γράφετε ότι «Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων». Ποια είναι η άποψή σας για την επιλογή του υπουργείου Παιδείας, στα νέα βιβλία της ιστορίας που επίκεινται, να συμπεριλαμβάνονται στην ύλη θέματα ταμπού, όπως η περίοδος της Μεταπολίτευση, ο Εμφύλιος και άλλα θέματα-ταμπού;

Πιστεύω ότι αυτό που κάνει την Ιστορία βαρετή στα παιδιά είναι το γεγονός ότι θεωρούν πως αυτά που είναι γραμμένα στα σχολικά βιβλία δεν αφορούν τη ζωή τους. Ότι η Ιστορία συμβαίνει κάπου μακριά, σε ανθρώπους άλλους. Ότι αφορά ένα εκεί και ένα τότε κι όχι ένα εδώ κι ένα τώρα. Όμως αν κανείς δει τη μακροϊστορία (δηλαδή τα μεγάλα γεγονότα) μέσα από τη μικροϊστορία, δηλαδή μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων, καταλαβαίνει ότι αυτό που ζούμε σήμερα είναι η Ιστορία του αύριο. Τα ρούχα μας, οι ειδήσεις, τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας σε πενήντα χρόνια θα είναι Ιστορία (με το γιώτα κεφαλαίο). Όμως η Ιστορία με το γιώτα κεφαλαίο απαρτίζεται από τις ιστορίες των ανθρώπων (ναι, αυτές με το γιώτα μικρό). Πολλές φορές η Ιστορία πέφτει επάνω στη ζωή και την πλακώνει. Ίσως είναι καιρός να συνδέσουμε, και στο σχολείο, τις ζωές των ανθρώπων της οικογένειάς μας και της πόλης μας με τη μεγάλη εικόνα. Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος να καταλάβουμε ότι οι πρόσφυγες παππούδες μας, για παράδειγμα, είναι κομμάτι της Ιστορίας του τόπου.

Πέρα από πετυχημένη συγγραφέας, εργάζεστε και ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση επί είκοσι επτά συναπτά έτη. Πώς προσπαθείτε να μεταγγίσετε στους μαθητές σας τα νάματα του γραπτού λόγου έτσι ώστε να αγαπήσουν τη λογοτεχνία πέρα από τα όρια που θέτει το εκπαιδευτικό μας σύστημα;

Όσοι ζούμε καθημερινά την αρένα της τάξης, το ξέρουμε καλά: αν αγαπάς κάτι, δε χρειάζεται και πολλή θεωρία, βρίσκεις τον τρόπο να το μεταδώσεις, γιατί αυτός είναι ο τρόπος σου να λειτουργείς ως δάσκαλος. Όλα αυτά τα χρόνια έχω δει εξαιρετικές δουλειές από συναδέλφους σε δύσκολες, ακόμα και σε απαγορευτικές συνθήκες δουλειάς. Όσο με αφορά λοιπόν, χρησιμοποιώ τα πράγματα που γνωρίζω και αγαπώ μέσα στην τάξη: τη δημιουργική γραφή, που ζωντανεύει το κείμενο και σχετίζεται με μια πιο βιωματική προσέγγιση, τη δραματοποίηση, που κάνει το κείμενο εικόνα και σώμα στη σχολική αίθουσα – και την τεχνολογία, που είναι όχι μόνο δόλωμα διδασκαλίας, αλλά και ένας άλλος τρόπος πρόσληψης και κατασκευής του κειμένου.

Παράλληλα, έχετε διδάξει και δημιουργική γραφή σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Στην ερώτηση αν είναι διδακτή η συγγραφική αρετή ή είναι κάτι που εναπόκειται στο βίωμα του γράφοντος, τι θα απαντούσατε.

Διδάσκω δημιουργική γραφή δεκαέξι χρόνια τώρα σε μεταπτυχιακά προγράμματα και σεμινάρια. Διδάσκεται το ταλέντο; Θα είμαι ξεκάθαρη: το ταλέντο δε διδάσκεται. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για όποιον επιθυμεί να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Δε γίνεται δουλειά χωρίς τη συγγραφική φλόγα και τις δημιουργικές ντοπαμίνες που παράγει το ταλέντο. Όμως: το ταλέντο έχει χαμηλό ταβάνι. Δε σε πάει πουθενά χωρίς μελέτη και χωρίς δουλειά. Αυτό ακριβώς προσφέρουν τα μαθήματα δημιουργικής γραφής: χαρίζουν στον επίδοξο συγγραφέα το βάπτισμα του πυρός. Μια ομάδα που θα αποτελέσει το πρώτο του ακροατήριο και μια κανονικότητα στη συγγραφική εργασία. Ο επίδοξος συγγραφέας θα δοκιμάσει τεχνικές, θα αναζητήσει την προσωπική του φωνή. Θα ρωτούσατε έναν χορευτή, έναν μουσικό ή έναν ζωγράφο αν χρειάζεται μαθήματα ή καθημερινή άσκηση;

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μία χρήσιμη συμβουλή που σας έδωσαν κάποτε;

Την πιο χρήσιμη συμβουλή μου την πρόσφερε η ίδια η ζωή (γέλια). Όταν αρρώστησα, κατάλαβα ότι η ζωή δεν αναβάλλεται για μετά. Είμαστε ό,τι ζούμε. Εδώ. Τώρα. Οπότε, ας τη ζήσουμε στη διαπασών. Κι αυτό, ξέρετε, δε χρειάζεται τυμπανοκρουσίες, αφορά μικρά πράγματα: μια βόλτα με ήλιο, έναν καφέ με φίλους, μια αγκαλιά.

Ευχαριστώ πολύ τη συνάδελφο φιλόλογο και καταξιωμένη συγγραφέα Σοφία Νικολαΐδου για τις πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις της και της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία με ό,τι και αν καταπιαστεί!

Συνέντευξη: Ευθύμιος Iωαννίδης 

Σχετικά Άρθρα

One thought on “Σοφία Νικολαΐδου: “Είμαστε ό,τι ζούμε. Εδώ. Τώρα. Οπότε, ας ζήσουμε στη διαπασών”

Add yours

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Proudly powered by WordPress | Theme: Baskerville 2 by Anders Noren.

Up ↑