Χρήστος Παπαδόπουλος:«Mε τρομάζει η φράση “στάση ζωής”…»

Ο Χρήστος Παπαδόπουλος μίλησε στο stellasview.gr και στον Ευθύμιο Ιωαννίδη για τη δημοφιλή παράσταση του Τένεσι Ουίλιαμς «Γυάλινος Κόσμος» στην οποία πρωταγωνιστεί.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κομοτηνή με σπουδές στον τομέα της πληροφορικής στη Θεσσαλονίκη, ο Χρήστος Παπαδόπουλος είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του. Καλλιτεχνική προσωπικότητα και ανήσυχο πνεύμα, την περίοδο αυτή πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Γυάλινος Κόσμος» η οποία παίζεται στο Θέατρο Τ, σε σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή. Ο Χρήστος μας μίλησε για την παράσταση, το έργο και τον ρόλο του, για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος το θέατρο, αλλά και για τα μελλοντικά του όνειρα.

Χρήστο, Ο «Γυάλινος Κόσμος» θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα, αφού στην ουσία περιγράφει την ίδια του την οικογένεια. Εσύ, πώς θα το χαρακτήριζες;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να πω πως το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το διάβασα. Βέβαια, αρχικά το διάβασα μόνος μου. Όταν όμως κάναμε την πρώτη ανάγνωση με την ομάδα, ο λόγος ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μου και έτσι κατάφερα να το «δω». Άλλη μια απόδειξη λοιπόν για το πόσο ομαδικό σπορ είναι το θέατρο! Ο Τένεσι Ουίλιαμς έγραψε μια ιστορία για το δίπολο ενοχή-ελευθερία της οποίας η ιδιαιτερότητα βρίσκεται στους χαρακτήρες και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν τον «γυάλινο κόσμο» τους ο ένας με τον άλλο και ο Τομ με το κοινό, ως αφηγητής. Άλλες φορές μου βγάζει τον ρομαντισμό της χρυσής εποχής του αμερικανικού κινηματογράφου του ’30 σε ταινίες, όπως το «Όσα παίρνει ο άνεμος» κι άλλες τον ωμό ρεαλισμό της Ελλάδας του 2000 στο «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη. Αυτό το εύρος θαρρώ πως το κάνει σπουδαίο έργο. Άλλο είναι φυσικά να το διαβάζεις, και άλλο να δοκιμάζεις και να δοκιμάζεσαι πάνω σε αυτό.

Πρωταγωνιστείς για δεύτερη συναπτή χρονιά στην παράσταση, ερμηνεύοντας τον Τομ. Ήταν εύκολη η προσέγγιση του ρόλου; Πού εστίασες;

Ποτέ καμία προσέγγιση δεν είναι εύκολη. Σε κανένα έργο. Είναι μια διαδικασία που ναι μεν ξεκινάει από την πρώτη πρόβα, αλλά στην πορεία καταλαβαίνεις ότι ήταν ήδη μέσα σου από καιρό και συνεχίζει να δουλεύει στο μυαλό σου ακόμα και πολύ καιρό μετά την τελευταία παράσταση. Αν όντως δηλαδή είναι άβυσσος η ψυχή ενός ανθρώπου, πώς άραγε προσεγγίζεται κάτι τέτοιο; Για να μην κλέβω όμως και απαντάω με ερωτήσεις, μπορώ να πω πως μέσα στα λόγια του ο Τομ αφηγείται -μεταξύ άλλων- μια απέλπιδα προσπάθεια απόδρασης από το κελί του σπιτιού του και τις ευθύνες που ουδέποτε επέλεξε, αλλά και μια ορμή για τη «ζωή εκεί έξω» η οποία εν τέλει τον απογοήτευσε και τον ώθησε να γυρίσει, χρόνια μετά, στα ερείπια του παλιού του σπιτιού ώστε να αφηγηθεί με νοσταλγία και αγάπη αυτή την ιστορία. Αυτός ο κύκλος είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται συχνά στη ζωή μου, αν κάτσω να θυμηθώ και εγώ τα παιδικά μου χρόνια, την εφηβεία μου αλλά και το πρόσφατο παρελθόν μου. Άρα ενδεχομένως να βρήκα μια σύνδεση εκεί. Όμως καμία διαδικασία προσέγγισης ρόλου δεν μπορεί να υπάρξει από μόνη της, δίχως την επιρροή των συμπαικτών σε κάθε πρόβα. Αν έχουμε φτάσει λοιπόν σε ένα σημείο ο καθένας με τον χαρακτήρα που υποστηρίζει, σίγουρα το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό ο ένας στον άλλο.

 Αλήθεια, σου ταιριάζει η κοσμοαντίληψη του ονειροπόλου Τομ που καταφεύγει στο σκοτάδι όταν το φως, του απαγορεύει να ζήσει τα όνειρά του ή έχεις κάποια άλλη στάση ζωής απέναντι στα πράγματα και τα γεγονότα που ζούμε;

Η αλήθεια είναι ότι με τρομάζει η φράση «στάση ζωής» γιατί αν μη τι άλλο η «στάση» από μόνη της είναι μια ανελεύθερη κατάσταση. Προτιμώ να πορεύομαι με ένα «δεν ξέρω» και να ονειρεύομαι φως και σκοτάδια εξίσου. Είμαι της άποψης πως κανείς δεν μπορεί να στερήσει σε κανέναν τα όνειρά του. Ο εαυτός μας γίνεται ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο και ίσως το μόνο ισχυρότατο στοπ να είναι ο θάνατος. Και πάλι, ό,τι λέω, το λέω με περισσή αβεβαιότητα. Ποιος ξέρει, αύριο μπορεί να έχω άλλη γνώμη!

Σε ποιους παράγοντες πιστεύεις ότι έγκειται η τόσο μεγάλη ανταπόκριση που χαριτώθηκε το έργο από το κοινό της Θεσσαλονίκης την περσινή περίοδο, γεγονός που εύλογα οδήγησε στην απόφαση να επαναληφθεί εκ νέου η παράσταση;

Πρόκειται για μια συλλογική δουλειά, από τη ρίζα μέχρι το άνθος. Η ομάδα του θεάτρου Τ (Γλυκερία Καλαϊτζή, Μαρία Καραδελόγλου, Βαγγελιώ Κιρκινέ, Κώστας Σιδηρόπουλος) ανέλαβε την απαιτητική παραγωγή του έργου κι εμείς, η ομάδα των ηθοποιών (Γιώτα Φέστα, Κατερίνα Συναπίδου, Δημήτρης Κρίκος), κληθήκαμε να δουλέψουμε σκληρά ώστε να φτάσουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια που αποτυπώνει ο Τένεσι Ουίλιαμς στο Γυάλινο Κόσμο, η οποία τελικά ίσως είναι μια αλήθεια βαθιά κρυμμένη μέσα στον καθένα μας. Αυτές οι συνθήκες ομαδικότητας είναι πιστεύω ικανές να παράγουν κάθε φορά ένα αξιόλογο αποτέλεσμα, το οποίο έπειτα θα αφήσει κάποιες εντυπώσεις στον κόσμο που θα έρθει να δει την παράσταση και αυτές οι εντυπώσεις με τη σειρά τους θα ταξιδέψουν από στόμα σε στόμα και φυσικά στα social media. Βέβαια, δεν μπορεί να μείνει έξω από την εξίσωση η Λία Κεσοπούλου που δουλεύει επίσης σκληρά για την επικοινωνία της παράστασης και την ευχαριστούμε! Προσωπικά, βλέπω τη συνεχή προσέλευση θεατών ως επιβράβευση και κίνητρο για περαιτέρω αναζήτηση πάνω στο έργο και στο θέατρο γενικότερα. Και φυσικά μέσα μου.

Το έργο σκιαγραφεί τη διαχρονική ζείδωρη ανάγκη των ανθρώπων να καταφεύγουμε σε παραισθήσεις, στην απομόνωση ή στην τέχνη, πλάθοντας «έναν γυάλινο, εύθραυστο κόσμο» προκειμένου να διαχειριστούμε τη ζοφερή  πραγματικότητα που εν πολλοίς μας συνθλίβει. Σήμερα, ως έθνος, πιστεύεις πως έχουμε ανάγκη από τέτοιους «γυάλινους κόσμους» περισσότερο από ποτέ;

Δεν ξέρω τι έχουμε ανάγκη ως έθνος. Άλλωστε ποτέ δεν κατάφερα να σκεφτώ έτσι. Όλοι οι άνθρωποι, θέλω να πιστεύω, έχουν όνειρα. Παντού. Και αυτά κάπου στην πορεία ίσως περνούν σε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μοίρα. Καταπιέζονται, συμπιέζονται. Και η δράση φέρνει αντίδραση. Στην απόπειρα για ελευθερία αναζητούμε ένα καταφύγιο, μια απόδραση από τη ζοφερή -όπως λέτε- πραγματικότητα. Η πραγματικότητα όμως του καθενός είναι διαφορετική, όπως και το καταφύγιο. Άλλος καταφεύγει στην ποίηση, στη μουσική, άλλος στο ποτό, στα ναρκωτικά, στην αυτοκαταστροφή, άλλος στη βία και στον κάθε μορφής φανατισμό και άλλος σε μια βάρκα που μπάζει νερά στη μέση του Αιγαίου. Αν υπάρχει λοιπόν μια ανάγκη που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, είναι η ανάγκη για ενσυναίσθηση, συμπόνια, αλληλεγγύη. Η απομόνωση και οι γυάλινοι κόσμοι ναι μεν έχουν μια ξεχωριστή θέση μέσα στον καθένα, αλλά τα τείχη που δημιουργούν είναι άλλο ένα εμπόδιο προς την ελευθερία. Κάπου εδώ χωράει κι ο στίχος «Να σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε και να χτίσω μια καινούργια κοινωνία άλληνε» του Στέλιου Καζαντζίδη. Εξάλλου, η ιστορία έχει δείξει ότι τα τείχη αργά ή γρήγορα γκρεμίζονται.

Μολονότι, έχεις σπουδάσει πληροφορική, οι καλλιτεχνικές σου, ανησυχίες σε οδήγησαν αναφανδόν στο θέατρο. Στην ερώτηση τι είναι για εσένα το θέατρο, τι θα απαντούσες;

Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ποτέ να καταλήξω σε μία απάντηση. Αυτό που βρίσκω κάθε φορά μέσα στη θεατρική διαδικασία –είτε αυτή είναι μια πρόβα, ένα μάθημα, μια παράσταση ή ακόμη και μια συζήτηση- είναι κάτι που μεταβάλλεται κάθε χρόνο, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα μερικές φορές. Και όσο το σκέφτομαι, δεν υπάρχει στιγμή στην καθημερινότητά μου που να μην επηρεάζει τη ματιά μου πάνω στο θέατρο και στο τι είναι για μένα ή γιατί το κάνω. Όταν ξεκίνησα, μέσα στη θεατρική ομάδα “Πέρα Δώθε” του Μαθηματικού Α.Π.Θ., έλεγα ότι το θέατρο είναι η ζαβολιά μου, ότι εδώ μέσα βρίσκω το χώρο να κάνω όλα αυτά που διστάζω να κάνω εκεί έξω. Τώρα, 8 χρόνια μετά, θα το χαρακτήριζα βουτιά που ποτέ δε βρίσκει τον πυθμένα. Πάντα έχει κι άλλο. Και είναι τόσο τρομακτικό και ταυτόχρονα γοητευτικό όλο αυτό, όσο ακούγεται. Και έχει πλάκα!

Παίζεις, υπό τις οδηγίες της Γλυκερίας Καλαϊτζή, μιας πολύ έμπειρης και καταξιωμένης σκηνοθέτιδας πλάι σε καταξιωμένους ηθοποιούς του χώρου. Η εμπειρία αυτή τι γεύση σου έχει αφήσει;

Ενστικτωδώς σε κάθε δουλειά που συμμετέχω, αφιερώνομαι. Δίνω βάρος στη συνεργασία και στην επικοινωνία μου με τα μέλη της ομάδας. Αυτή η μαθητεία είναι που γίνεται πολύτιμη εμπειρία. Τόσο με τους συμπαίκτες μου όσο και με τη Γλυκερία και τους υπόλοιπους συντελεστές, φάνηκε από την πρώτη μέρα ότι κάτι κάνει κλικ που λέμε, παρόλο που οι περισσότεροι δε γνωριζόμασταν και δεν είχαμε ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν. Συγκεκριμένα για τη Γλυκερία, κάθε της συμβουλή, κάθε προσέγγιση και προβληματισμός φαίνεται να κάνει αυτό το κλικ μέσα μου και συνειρμικά με οδηγεί σε κάτι καινούργιο όσον αφορά τον ρόλο και τη σχέση μου με αυτόν. Την ευχαριστώ για αυτή την ευκαιρία να βουτήξω πιο βαθιά, και μάλιστα για δύο συναπτές σεζόν!

Το έργο τελειώνει με την πραγματοποίηση του ονείρου του Τομ, ο οποίος καταφέρνει τελικά να ζήσει τη ζωή που νοερά μέχρι τότε ζούσε. Ποιο όνειρο ζωής, θα ήθελες να σου πραγματοποιηθεί στο μέλλον;

Δεν είμαι σίγουρος αν το έργο στο τέλος μας προσφέρει όντως μια τέτοια λύση. Ίσα-ίσα θα ’λεγα ότι διαβάζοντάς το, η τελευταία σελίδα με άφησε στα «κρύα του λουτρού». Στη δική μας έκδοση υπάρχει μια υποτυπώδης κάθαρση στο τέλος για τον Τομ αλλά ας μην προδώσουμε τίποτα σε όσους δεν το έχουν δει ακόμα! Μιλώντας τώρα για τα δικά μου όνειρα, γενικά κουβαλάω πολλές τρέλες μέσα στο κεφάλι μου. Άλλοτε φαντάζομαι ένα λάιβ σε μεγάλο συναυλιακό χώρο με το μουσικό μου project “Eli & the Portraits” που προς το παρόν δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη, άλλοτε π.χ. να πεθαίνω από τη σφαίρα του Cillian Murphy σε κάποιο επεισόδιο της αγαπημένης μου σειράς Peaky Blinders. Αλλά αν μπορώ να εκφράσω ένα όνειρο ζωής για το οποίο πάντα θα αγωνίζομαι, αυτό είναι ένα: να πάψω να φοβάμαι.

 Συνέντευξη: Iωαννίδης Ευθύμιος

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Γυάλινος Κόσμος» θα βρείτε εδώ:

 

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Proudly powered by WordPress | Theme: Baskerville 2 by Anders Noren.

Up ↑