Γιάννης Ρήγας: “Αν, πάνω απ’ όλα, δουλέψουμε σοβαρά, τότε θα ανθίσει ξανά η τέχνη μας.”

Ο σκηνοθέτης – ηθοποιός και δάσκαλος της υποκριτικής, Γιάννης Ρήγας, μίλησε στο StellasView.gr και στην δημοσιογράφο Εύα Μαρά για την παράσταση που σκηνοθετεί τους “Όρνιθες”, τη διαχρονική κωμωδία του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη όπου περιοδεύει το καλοκαίρι στην Ελλάδα.

Πότε χρονικά ξεκίνησε το ταξίδι σας στην τέχνη του θεάτρου και ποιο το κύριο κίνητρο που σας ώθησε στην ενασχόληση σας μ’ αυτό;

Είχα τελειώσει το σχολείο – τότε εξατάξιο Γυμνάσιο – έδωσα εξετάσεις στη Νομική Σχολή και στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Οι δάσκαλοι μου επέμεναν: ή Νομική ή Θέατρο. Έπαιξε ρόλο η συστηματική ενασχόλησή μου στα χρόνια του Γυμνασίου με γιορτές, θεατρικές παραστάσεις, απαγγελίες, τέτοια. Κέρδισε το Θέατρο. Έπεσα με τα μούτρα. Η επιλογή του Θεάτρου Τέχνης ήταν τυχαία. Άσχετος ήμουν. Κάποιος φωτισμένος άνθρωπος με έστειλε να δώσω εξετάσεις εκεί, ο Φίλιππος ο Βλάχος. Πέρασα και είχα τη τύχη να συναντήσω, να συναναστραφώ (!) με τα ιερά τέρατα του θεάτρου. Ήταν φθινόπωρο του 1974.

Ποια η γοητεία στην επαγγελματική ενασχόλησή σας με την τέχνη;

Δεν τίθεται θέμα γοητείας. Κάθε ένας από εμάς, χρειάζεται φυσικά και λίγη τύχη, ανακαλύπτει κάποια στιγμή τι είναι εκείνο που τον εκφράζει περισσότερο. Από μικρό παιδί με συνάρπαζε να λέω ιστορίες στους άλλους, να ακούω τις ιστορίες των άλλων. Ο πατέρας μου ήταν ένας σπουδαίος παραμυθάς. Γύρω από το τραπέζι καθόμασταν και ακούγαμε τις ιστορίες του, μερικές φορές τις ίδιες αλλά πόσο συναρπαστικές. Αργότερα μου άρεσε να ακούω στο ραδιόφωνο θεατρικές παραστάσεις, να παρακολουθώ τους ιερείς στις εκκλησίες να τελούν τη λειτουργία, στα καφενεία τους γέροντες να εξιστορούν ανδραγαθήματα ή και παθήματα. Ο φυσικός επαγγελματικός χώρος ήταν λοιπόν η σκηνή.

Που συναντά η υποκριτική και η σκηνοθεσία τον Γιάννη Ρήγα;

Γύρω από το τραπέζι, κι ακόμα πιο πριν, γύρω από τη φωτιά, οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες στους άλλους. Λένε λέξεις, κάνουν παύσεις, επιτυχείς ή όχι, χειρονομούν, ανασαίνουν. Όταν η ιστορία που λένε πείθει ή συγκινεί τους άλλους, αυτοί οι άλλοι ανασαίνουν την ανάσα του αφηγητή, του τροβαδούρου, του ηθοποιού, πείτε τον όπως θέλετε. Κάπως έτσι συμβαίνει – λίγο πιο περίπλοκα – στη σκηνή. Η υποκριτική και η σκηνοθεσία χάνονται μέσα μου σε ένα περίπλοκο ταξίδι. Άλλοτε γίνομαι ερμηνευτής άλλοτε υποκριτής, αλλά σε κάθε περίπτωση με ενδιαφέρει να συγκινώ με την ιστορία μου τους άλλους, τους θεατές.

Με αφορμή τις πρόσφατες – άκρως επιτυχείς –  παραστάσεις του Αριστοφανικού διαχρονικού έργου ” Όρνιθες” του Κ.Θ.Β.Ε  στο Θέατρο Δάσους, αλλά και το Θέατρο της Επιδαύρου, θα θέλαμε να μας δώσετε, εν συνόψει, το στίγμα- προφίλ της παράστασης που υπογράφετε σκηνοθετικά αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. 

Ήρθα στη Θεσσαλονίκη του 1994. Με κάλεσε ο Βασίλης Παπαβασιλείου για να ανεβάσω στο Κ.Θ.Β.Ε. το «1843» του Στάικου. Την επόμενη χρονιά μου ζήτησε να αναλάβω τη διεύθυνση της Δραματικής Σχολής. Έτσι έμεινα Θεσσαλονίκη. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι το Κρατικό είναι ένας σπουδαίος καλλιτεχνικός οργανισμός. Η υποδομή του Κρατικού και η τεχνογνωσία του είναι εντυπωσιακή, και όχι μόνο για τα Ελληνικά δεδομένα. Σπουδαίοι ηθοποιοί, τεχνικοί, θέατρα. Όσο οι αποστάσεις θα μικραίνουν – ο κόσμος με όλη αυτή τη τεχνολογική εξέλιξη μοιάζει να μικραίνει – τόσο η χώρα θα καταλαβαίνει με άμεσο τρόπο την αξία αυτού του Θεάτρου. Πόσοι ηθοποιοί, πόσοι σκηνοθέτες, πόσα καινούργια έργα, πόσες ρηξικέλευθες προτάσεις δεν ξεκίνησαν από εδώ;

Πώς προέκυψε η εύστοχη αυτή συνεργασία σας με το Κρατικό μας Θέατρο και ποια η  προσωπική σας αποτίμηση αυτής;

Το Κρατικό με αγκάλιασε με στοργή. Η συνεργασία μας είναι παλιά λοιπόν. Έχω ανεβάσει πολλά έργα στις σκηνές του. Η εμπιστοσύνη του Νίκου Κολοβού, Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Κρατικού, έφερε τους «Όρνιθες». Σε μια εποχή δύσκολη, υγειονομικά επικίνδυνη. Η παράσταση είναι μπολιασμένη από αυτές τις δυσκολίες, κοιτά τις πολιτικοκοινωνικές αναταραχές των τελευταίων χρόνων και άλλοτε ζει την ουτοπία, το όνειρο, άλλοτε προσγειώνεται στην εφιαλτική πραγματικότητα και επανάληψη των λαθών μας. Αλλά θυμηθείτε: τα πουλιά δεν θα πάψουν ποτέ να επιζητούν την ελευθερία.

Πως αισθάνεστε που συγκυριακά συμβαίνει να συμμετέχετε – μετά από 45 χρόνια – στην ίδια παράσταση με διαφορετική ιδιότητα, όμως (τότε ως ηθοποιός ,τώρα ως σκηνοθέτης); Ποιες δυσκολίες ενείχε η απόδοσή – προσαρμογή από εσάς  του Αριστιφανικού λόγο στο σήμερα; Ποιο το προσωπικό σας σκηνοθετικό εύρημα στην παράσταση;

Τότε ήταν 1975. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Δεν θα πάψω ποτέ να ευγνωμονώ τους δασκάλους μου, τον Κουν, τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, τη Νικολούδη για όσα μου έμαθαν. Άλλωστε η ίδια η παράσταση τους τιμά με τον τρόπο της. Η παράσταση που στήσαμε όμως δεν έχει καμιά σχέση με εκείνη. Τώρα έχουμε 2020. Η παράσταση αναφέρεται στο σήμερα και στα δικά μας προβλήματα.

Και όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, το κυρίαρχο εύρημα της παράστασης ήταν να πούμε στο κοινό ολόκληρο το έργο, από την αρχή μέχρι το τέλος. Να αφήσουμε εγωισμούς, περιττά ευρήματα, να επικεντρωθούμε στο έργο και να συγκινήσουμε το κοινό που μας τιμά. Το έργο είναι ανεξάντλητο, όρεξη να ‘χεις να το διαβάζεις ξανά και ξανά.

θυμηθείτε: τα πουλιά δεν θα πάψουν ποτέ να επιζητούν την ελευθερία.

Που έγκειται η σπουδαιότητα και η επικαιρότητα – διαχρονικότητα του έργου, πιστεύετε;

Το έργο παραμένει διαχρονικά εφιαλτικά επίκαιρο. Κάθε γενιά, κάθε εποχή επαναπροσδιορίζεται σε σχέση με τα σπουδαία κείμενα του παρελθόντος. Κάθε γενιά θέλει να δημιουργήσει τη δική της Νεφελοκοκκυγία. Εκείνη τη κοινωνία που θα την χαρακτηρίζει η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ισονομία, η σωστή κατανομή του πλούτου. Μέχρι σήμερα κάθε γενιά ακολουθεί την «ουτοπία» της και συντρίβεται στην πρακτική εφαρμογή των ονείρων της.

Οι Όρνιθες πέταξαν πολύ ψηλά. με τα φτερά του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδας ενάντια στη πανδημία του Κορωναϊού, την οικονομική κρίση, ακόμη και τις αντίξοες καιρικές συνθήκες στην Επίδαυρο (βροχή). Που αποδίδετε προσωπικά την επιτυχία της παράστασης- εκτός της εμπνευσμένης σκηνοθετικής σας σύλληψης;

Στη σπουδαιότητα του ίδιου του έργου, στη καλή φήμη που έβγαλε η παράσταση μετά τη παρουσίασή της στο Θέατρο Δάσους, στην ανάγκη του κοινού να γυρίσει στο θέατρο – στην Επίδαυρο ήταν εντυπωσιακή η εικόνα του κοινού που συνέχιζε να ανεβαίνει στο θέατρο παρά τη βροχή – αλλά πάνω απ’ όλα στο πάθος, στην εντιμότητα των ηθοποιών της παράστασης. Όποιος είδε τη παράσταση καταλαβαίνει τι λέω. Είκοσι επτά ηθοποιοί πάνω στη σκηνή να ερμηνεύουν, να χορεύουν, να τραγουδούν με την αποφασιστικότητα εκείνων των καλλιτεχνών που ξέρουν να τιμούν τη δουλειά τους, το κοινό, τη «φανέλα».

Εκτιμάτε, ότι το ελληνικό θέατρο περνά μια κρίση μιμητισμού; Πώς αξιολογείτε το θεατρικό “γίγνεσθαι” εν καιρώ γενικής κρίσης και πνευματικής πενίας;

Είμαστε γκρινιάρηδες. Πάντα οι παλαιότεροι ήταν καλύτεροι, πάντα οι σημερινοί είναι ελλιπείς, τέτοια. Ανοησίες. Οι καλλιτέχνες δημιουργούν. Το έργο τους θα το αξιολογήσει η ιστορία και η μνήμη των θεατών. Τα σύγχρονα μέσα μαζικής δικτύωσης παινεύονται για την αμεσότητά τους, τη δυνατότητα κριτικής και αξιολόγησης που παρέχεται σε όλους, αλλά η φήμη, η υπεραξία κάθε γεγονότος εκτιμάται σε άλλα επίπεδα και σε άλλους χρόνους. Ο Αριστοφάνης βραβεύτηκε ελάχιστα. Εξακολουθεί να μας απασχολεί σε πείσμα κάθε κριτικής και συνωμοσιολογίας.

Οι καλλιτέχνες δημιουργούν. Το έργο τους θα το αξιολογήσει η ιστορία και η μνήμη των θεατών.

Εν κατακλείδι, ποιες είναι οι προσδοκίες σας και το καλλιτεχνικό σας όραμα ως καλλιτέχνης (σκηνοθέτης, ηθοποιός, δάσκαλος υποκριτικής);

Πρώτα να τελειώσει αυτή η τρομακτική υγειονομική κρίση, που δυστυχώς κάνει στενή παρέα με την οικονομική. Όταν όλα αυτά τελειώσουν θα μετρηθούμε πάλι. Πόσοι έμειναν όρθιοι, πόσοι καταστράφηκαν, πόσοι χάθηκαν. Αν φερθούμε ώριμα, με περίσκεψη, με επιείκεια, με συναδελφικότητα, αν πάψουμε να ακκιζόμαστε και να περιαυτολογούμε, αν, πάνω απ’ όλα, δουλέψουμε σοβαρά, τότε θα ανθίσει ξανά η τέχνη μας.

Συνέντευξη: Εύα Μαρά

Ευχαριστώ θερμά τον Γιάννη Ρήγα για την άκρως ενδιαφέρουσα και ουσιαστική συνέντευξή μας και του εύχομαι από καρδιάς να συνεχίσει με επιτυχία το αέναον ταξίδι του στην τέχνη με νέες ανάσες, γόνιμες θεατρικές γέννες και καλλιτεχνικές αναμετρήσεις προς το δρόμο της άνθισης της υποκριτικής τέχνης που συγκινεί, συναρπάζει, προβληματίζει και αφυπνίζει.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Όρνιθες” θα βρείτε εδώ

Επίσης μπορείτε να διαβάσετε και την κριτική μας εδώ

 

Φωτογραφία: Γιώργος Χρυσοχοϊδης

 

 

Βρείτε μας στα social media του StellasView:

Facebook: https://www.facebook.com/Stellasview 

Instagram: https://www.instagram.com/stellasview.gr/

Youtube: https://www.youtube.com/c/StellaPerpera

Twitter: https://twitter.com/StellaPerpera

Διαβάστε επίσης

Περί Στέλλα Πέρπερα 855 Άρθρα
Με λένε Στέλλα, είμαι δημοσιογράφος του τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και πρώην παρουσιάστρια της Εγνατίας τηλεόρασης. Αυτά είναι τα ασήμαντα. Το σημαντικό είναι ότι αγαπώ την Τέχνη. Και αυτό γιατί πιστεύω πως η Τέχνη είναι σαν την καρδιά της πόλης. Της δίνει ζωή, την ανανεώνει και την οξυγονώνει... Γι’αυτό δημιούργησα αυτή τη σελίδα. Για αυτή την ανάσα που όλοι χρειαζόμαστε. #StellasView #heARTofthecity

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.