Κριτική για την παράσταση «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» σε παραγωγή του ΚΘΒΕ

Ήμασταν εκεί για εσάς, το stellasview.gr βρέθηκε στο θέατρο Δάσος την Πέμπτη 4 Ιουλίου και παρακολούθησε την τραγωδία «Ιφιγένεια η  εν Αυλίδι» σε παραγωγή του ΚΘΒΕ σκηνοθετημένη από τον Γιάννη Καλαβριανό.

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι είναι ένα από τα πιο διάσημα έργα του Ευριπίδη. Είναι άγνωστο βέβαια το έτος που γράφτηκε, είναι, ωστόσο, το τελευταίο σωζόμενο έργο του. Η τραγωδία Ιφιγένεια η εν Αυλίδι γράφτηκε πιο συγκεκριμένα στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου, στα χρόνια 408-406 π.Χ., λίγο πριν από τον θάνατο του Ευριπίδη και αποτελεί μία από τις πέντε τραγωδίες του με θέμα από τον Τρωικό κύκλο. Παραστάθηκε δε, στα Μεγάλα Διονύσια μετά τον θάνατό του, από τον Ευριπίδη τον Νεότερο (γιο ή ανιψιό του μεγάλου τραγικού) και απέσπασε το πρώτο βραβείο.

Το θέμα

Όταν ο Αγαμέμνονας σκοτώνει το ιερό ελάφι της θεάς Αρτέμιδος, εκείνη για να τον εκδικηθεί, προκαλεί άπνοια καθηλώνοντας έτσι τον ελληνικό στόλο στην Αυλίδα. Ο μόνος αποδεκτός τρόπος για να εξευμενίσει ο Αγαμέμνονας τη θεά και να ξεκινήσει ο ελληνικός στρατός για τον Τρωικό πόλεμο, όπως αποκάλυψε ο μάντης Κάλχας είναι να θυσιάσει την πρωτότοκη κόρη του, Ιφιγένεια. Υπό το κράτος μάλιστα του φόβου του στρατού, ο οποίος είναι έτοιμος να εξεγερθεί, ο Αγαμέμνονας καλεί την Ιφιγένεια να έρθει στην Αυλίδα με το πρόσχημα ότι σκοπεύει την παντρέψει με τον Αχιλλέα. Όταν εντούτοις εκείνη καταφτάνει στο στρατόπεδο μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμήστρα συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να σταματήσει τους Έλληνες από το να εκδικηθούν για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης και να λεηλατήσουν την Τροία – ούτε καν ο άσκοπος θάνατος ενός παιδιού που δεν έφταιξε σε τίποτα.

Το έργο

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, αφορά όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό μια θυσία, και μάλιστα με έντονο το λογοτεχνικό και ως επί το πλείστον Ευριπίδειο μοτίβο, ήτοι την αυτοθυσία. Πρόκειται πιο συγκεκριμένα για μια νεαρή γυναίκα που πηγαίνει πρόθυμα στον θάνατό της προκειμένου να επιτρέψει μια στρατιωτική εκστρατεία επιθετικότητας για την οποία δεν έχει καμία ευθύνη, εναντίον ενός εχθρού για τον οποίο δεν έχει πραγματική έχθρα. Για μιαν Ελένη, όπως αναφέρεται συχνά στην παράσταση… Δεν υπάρχει άλλωστε  κανένας ιμπεριαλιστικός – επεκτατικός πόλεμος που να μη έγινε για ένα «πουκάμισο αδειανό…», που να μην είχε «άλλοθι» μια κίβδηλη, «πατριωτική» δήθεν, «ιδέα». Ιμπεριαλιστικός πόλεμος σημαίνει άλλωστε ασέβεια στον άνθρωπο, κρουνηδόν πορφυρό αίμα και αποτρόπαιος θάνατος, ιδιοτελή θυσία αθώων, προς όφελος όλων όσοι σχεδιάζουν κάθε πόλεμο και  ο Ευριπίδης, ο διαλεκτικός ποιητής της αρχαιότητας, μέσω του Τρωικού Πολέμου αποκαλύπτει με ενάργεια τις «Θεόθεν» οριζόμενες πολεμοκάπηλες βλέψεις, αλλά και τους ανταγωνισμούς μεταξύ της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και των συμμάχων της, στην εποχή του. Εποχή αναφανδόν επεκτατικών σχεδίων.

Ο στρατός ειδικότερα είναι αποφασισμένος να πολεμήσει στην Τροία, ο Μενέλαος είναι ανυποχώρητος στη διεκδίκηση της Ελένης που πρόδωσε την οικογενειακή τους εστία και τη συζυγική της πίστη, ενώ η Ιφιγένεια δεν είναι απλώς ένα εξιλαστήριο θύμα, αλλά είναι η ηρωίδα πάνω στην οποία θα βασιστεί ο ελληνικός λαός για τη θετική έκβαση της μάχης… Το αν θα εκπληρωθεί ή όχι βέβαια  η ταγή της θεάς Αρτέμιδος, δεν είναι δίλημμα ηθικό, αλλά  πρωτίστως πολιτικό. Η Ελλάδα, άλλωστε για τους ήρωες του έργου βρίσκεται πάνω από την ανθρώπινη ζωή και τους οικογενειακούς δεσμούς.

Η Ιφιγένεια, επιλέγοντας τελικά να πεθάνει, απογοητευμένη και αηδιασμένη από τον πολεμικό παραλογισμό, δέχεται να γίνει σφάγιο. Η Ιφιγένεια πεθαίνει, αλλά κατά τον μύθο (τον σαρκάζει ο Ευριπίδης και σε αυτήν την τραγωδία και στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις»), «ανασταίνεται» και γίνεται ιέρεια της Αρτέμιδος, στην Ταυρίδα, ώστε να συνεχίζονται και εκεί οι ανθρωποθυσίες των Ελλήνων αποίκων…

Η παράσταση

Η σκηνοθετική επιλογή του Γιάννη Καλαβριανού είναι σαφής: προσανατολίζεται καταρχήν στην πολιτική φύση της τραγωδίας μέσα από τις αντιφάσεις και τις επιλογές των ηρώων. H αμφισβήτηση ως εκ τούτου των θεσμών και των θείων, η προδοσία, η θυσία είναι στοιχεία που ενεργοποίησαν τη σκηνοθετική προσέγγιση. Μέσα λοιπόν στο μινιμαλιστικό αμμώδες σκηνικό (ακρογιάλι της Αυλίδας) διάστικτο από κρινάκια (σύμβολο της παρθενίας, συνδεδεμένο με την παρθένα Θεά Άρτεμη, απτό σημάδι των νεονύμφων οι οποίοι φορούσαν στεφάνια από ανθόκρινα, αφιερωμένο συνάμα στη χθόνια Θεά Γη) που επιμελήθηκαν από κοινού η Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα με τη Ράνια Υφαντίδου, άπαντες οι μαυροφορομένοι με σύγχρονα και καλαίσθητα κοστούμια υποκριτές (μεταδραματική προσέγγιση, δηλωτική της επικείμενης θυσίας και του αποτρόπαιου μελλοντικού και εκ περιτροπής ζοφερού θανάτου των κεντρικών ηρώων από μέλη της οικογένειάς τους) αναμετρήθηκαν με τα διάφορα ηθικά διλήμματα ατομικά και συλλογικά του έργου τα οποία ανταμώνουν, με αντίλαλη αίσθηση, σε παραλληλισμούς διασταυρώσεων, εξορίζονται και σμίγουν εκ νέου σε ανώτερα όντα με ένα και μοναδικό σκοπό: να δώσουν στέρεη απάντηση και να ρίξουν ζείδωρο φως στα πυκνά σκοτάδια της ανθρωπότητας αναφορικά με την αξία και τη φύση της ατομικής θυσίας υπέρ της πατρίδος.

Οι διακριτικές αξίζει να σημειώσουμε φωτιστικές επιλογές του Νίκου Βλασόπουλου φώτισαν με δεινότητα ακόμη και τις λιγότερο ευανάγνωστες πτυχές του έργου, ενώ σε συνδυασμό με τους ατμοσφαιρικούς ήχους και άλλων συμπαγών και κρουστών ήχων που επιμελήθηκε ο Θοδωρής Οικονόμου και εκτελέστηκαν επί σκηνής από τον Δημήτρη Χουντή, συνέβαλαν τα μέγιστα σε ένα απόλυτα εναρμονισμένο, κλιμακούμενο ηχόχρωμα. Η κίνηση επίσης σε διδασκαλία του Δημήτρη Σωτηρίου ήταν εξαίσια και άκρως λειτουργική.

Η θετικώς πάντως κείμενη εμπειρία, και ειδοποιός διαφορά, ξεκινάει αναμφίβολα από την αριστοτεχνική μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα, καθώς είναι γνωστό πόσο εύκολα μια μετάφραση μπορεί είτε να αναδείξει, είτε αντιστοίχως και να καταστρέψει, ενδεχόμενα, ένα κείμενο. Με ρέοντα αναλυτικότερα λόγο, και ευθύβολες παρεμβάσεις στα χορικά, ο μεταφραστής Παντελής Μπουκάλας απέδωσε το ύφος και το νόημα του Ευριπίδειου λόγου, με μεστότητα, αλλά και με διαχρονικές πινελιές.

Ερμηνείες

Ο Γιώργος Γλάστρας ως Αγαμέμνων, δεν κατάφερε δυστυχώς να με ταξιδέψει όσο θα ήθελα. Δεν κατόρθωσε έτσι να καταδείξει στο έπακρο την ηγεμονική, αλλά και ευάλωτη προσήλωση στο καθήκον του αρχιστράτηγου, την υστεροφημία, αλλά και την ηγεμονική τύφλωση που τον έφερε σε αυτήν την τεράστια σύγκρουση ρόλων. Κατάφερε, ωστόσο, αναμφίβολα να τονίσει την αναποφασιστικότητα του Αγαμέμνονα, χαρίζοντάς μας μια ακριβέστατη ερμηνεία, με αρκετές ευστοχίες, φωτίζοντας ιδίως το στοιχείο της πατρικής ενοχής και το δίλημμα που καλείται να αντιμετωπίσει αναφορικά με το αν αξίζει να θυσιάσει στον βωμό ή όχι την κόρη του.

 

Στο ίδιο μήκος κύματος η Ανθή Ευστρατιάδου δεν αγκαλιάζει την ηρωίδα της με όσο σθένος θα ήθελα, δίχως έλεγχο των ασκημένων εκφραστικών μέσων της, μην καταφέρνοντας έτσι να κρατήσει λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στη νεότητα- αφέλεια της Ιφιγένειας και της μετέπειτα αποφασιστικής- εφόσον πληροφορηθεί την αλήθεια- ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσής της. Δημιούργησε κατά συνέπεια μια κατά το μάλλον ή ήττον υποτονική και παθητική Ιφιγένεια, περιχαρακωμένη και καθηλωμένη στην παιδική- αφελή περίοδό της, που κατανοεί εν πολλοίς δίχως εσωτερική ωρίμαση και ψυχική συμφιλίωση το βαρύ τίμημα που καλείται να πληρώσει. Η Ιφιγένεια, δεν είναι άλλωστε απλώς μία παρθένα που δέχεται παθητικά τον χαμό της, μα ως γνήσιο χαρακτηριστικό της ηρωικής της καταβολής, και δίχως τεχνάσματα ή παρακλητικό λόγο, αποδέχεται την τραγική μοίρα που οι Θεοί αποφάσισαν γι’ αυτήν σε έναν συγκλονιστικό μονόλογο που δεν κατάφερε δυστυχώς να μας κόψει την ανάσα. Η Ιφιγένεια της βρίσκει μεν μια ευγένεια που οι βασιλείς και οι πολεμιστές γύρω της δεν μπορούν να βρουν, ωστόσο, η αντικειμενικά ταλαντούχα ηθοποιός δεν καταφέρνει να κάνει με αναμφίλεκτη πειστικότητα τη μετάβαση από τον ρόλο της αγνής κόρης στον ρόλο της ηρωίδας.

Αντιθέτως, ο Νικόλας Μαραγκόπουλος ως Μενέλαος πάλλεται από ιμπεριαλιστική διάθεση και ειρωνεία χαρίζοντάς μας μια ομολογουμένως καθ΄ όλα σωστή ερμηνεία. Εξίσου δυναμικό και απέριττα ανθρώπινο βρήκα τον Γιώργο Καύκα στον ρόλο του Πρεσβύτη. Ο έμπειρος ηθοποιός με προσεκτική μάλιστα και αξιοθαύμαστη άρθρωση, απόλυτα εστιασμένος στις επιταγές του ρόλου του έχει μια αδιαφιλονίκητη στιβαρή παρουσία στο έργο. Ο Θανάσης Ραφτόπουλος ο οποίος υποδύεται τον Αχιλλέα, δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα, καθώς έχει δώσει στη μέχρι τούδε καλλιτεχνική του πορεία αναμφήριστα δείγματα του δραματικού βάθους που τον διακρίνει. Η απεύθυνσή του καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης ήταν αυθεντική και δεινή. Ο Αχιλλέας του έδωσε μάλιστα μια κωμική ανάσα στην παράσταση, ενώ με περισσή πειστικότητα διαχειρίστηκε το σφοδρό πάθος που αναδύεται από μέσα ξάφνου σαν αρτεσιανό φρέαρ με αποδέκτη την Ιφιγένεια, πάθος που δεν ήξερε σαφώς να το κυβερνήσει και που θα μείνει μέσα του πια ακόρεστο.

 

Η Μαρία Τσιμά ήταν εκείνη, ωστόσο, που διαρρήδην κέρδισε το στοίχημα της αναμέτρησης με τον ιδιαίτερο ρόλο της Κλυταιμήστρας. Η Μαρία Τσιμά, προικισμένη με μία τω όντι χαρακτηριστική αμεσότητα και αυθεντικότητα στην υποκριτική της, έχει την ερμηνευτική ποιότητα να εμβαθύνει στους ρόλους που τις εμπιστεύονται και να τους κάνει δικούς της. Σε μια λοιπόν από τις αρτιότερες ερμηνείες της προβάλλει τη συναισθηματική αλήθεια της γυναίκας-μάνας Κλυταιμήστρας, σπαράζει, πέφτει κυριολεκτικά με τα μούτρα στο χώμα, σκάβει δίκην σπαραχτικού αποχαιρετισμού τον λάκκο του παιδιού της και κατ΄ επέκταση δίκην προφανώς προοικονομίας και τον δικό της τον τάφο, επικοινωνώντας εν ολίγοις τα έμπλεα αγωνίας και θρήνου συναισθήματά της στους ήρωες και στο κοινό, δίχως να χάνει βέβαια στιγμή την ανωτερότητα της βασίλισσας. Η ερμηνεία της μας έπεισε απολύτως ότι θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε μάνα που έρχεται αντιμέτωπη με την τραγική της μοίρα και όχι μόνο η Βασίλισσα των Μυκηνών.

 

Επιτυχημένη το δίχως άλλο σκηνοθετική νότα, αλλά και συντελεστής συναισθηματικής αποκλιμάκωσης κρίνεται ομολογουμένως η επιλογή του ευρωπαϊκής κοπής ηθοποιού Χρίστου Στυλιανού, ο οποίος στον διττό ρόλο του, με τους ήρωες-ορόσημα, ήτοι Αγγελιαφόρος- μπλε ελάφι (= θάλασσα, πλοία, Ελλάδα· ιερό ζώο της Αρτέμιδος) που καλείται να υποδυθεί, φωτίζει τις ενδεχόμενες αναδυόμενες αμφισημίες, αλλά και αποφορτίζει αποτελεσματικά το κοινό από το αναμφίβολα μεστό σε νοήματα κείμενο.

Ο χορός των νέων κοριτσιών, η συλλογική φωνή και μνήμη του έργου, βρήκε το δίχως άλλο εξαίσια έκφραση μέσα από τις νέες και ταλαντούχες ηθοποιούς που υποστήριξαν έξοχα τη μουσική επένδυση του Θοδωρή Οικονόμου, τόσο φωνητικά όσο και κινησιολογικά, με πυκνώματα και αραιώματα καλύπτοντας όλη τη σκηνή, κινούμενες αρμονικά και με περισσή χάρη μέσα στον σκηνικό χώρο. Τα Χορικά «λάμπουν»  κυριολεκτικά με την ομόψυχα ευαίσθητη ατομική και ομαδική ερμηνεία δεκατριών νέων ταλαντούχων ηθοποιών: Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Δέσποινα Γιαννοπούλου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Επιθυμιάδη, Αίγλη Κατσίκη, Λήδα  Κουτσοδασκάλου, Μαρία Κωνσταντά, Αλεξία Μπεζίκη, Ζωή Μυλωνά, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του θεάτρου Δάσους είδα μια σοφά δομημένη παράσταση που καταπιάστηκε με μία από τις κλασσικότερες και πιο σύνθετες ηρωίδες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Έμμεσα αντιπολεμική, συναρπαστικά μυθοπλασμένη η τραγωδία αυτή, υπηρετείται ουσιαστικά με την ποιητικά ρεαλιστική, ατμοσφαιρικά αισθαντική, εικαστικά λιτή, αλλά αναντίρρητα υπόρρητα επιβλητική σκηνική όψη, συνεπικουρούμενη από τη δίχως επιτήδευση ή εντυπωσιοθηρισμό, σκηνοθετική, και δη μεταδραματική «ανάγνωση» του Γιάννη Καλαβριανού. Το τελευταίο δε, από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη προκαλεί μεν συγκίνηση, αλλά περιέχει και «πατριωτικές» ομιλίες. Ωστόσο, πάνω απ ‘όλα, προκαλεί οίκτο και θαυμασμό και εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με την ίδια την αξία της ζωής, του θανάτου, της θυσίας, για την επιθυμητή ή απρόθυμη προσφορά του εαυτού μας προς χάρη των πολλών.

Κριτική: Eυθύμιος Ιωαννίδης

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη που μας παραχώρησε η Μαρία Τσιμά με αφορμή την παράσταση εδώ

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ

Βρείτε μας στα social media του Stellasview :

Facebook: https://www.facebook.com/Stellasview-…

Instagram: https://www.instagram.com/stellasview…

Youtube: https://www.youtube.com/c/StellaPerpera

Twitter: https://twitter.com/StellaPerpera

Σχετικά Άρθρα

3 thoughts on “Κριτική για την παράσταση «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» σε παραγωγή του ΚΘΒΕ

Add yours

  1. Σίγουρα είδαμε την ίδια παράσταση;
    Γιατί εγώ, αλλά και οι περισσότεροι, είδαμε μια κάκιστη παράσταση. Με έναν Αγαμέμνονα απαράδεκτο, μια Ιφιγένεια κατάλληλη για παιδική παράσταση, ένα ελάφι – σύμβολο που μετατρέπεται σε βοηθό σκηνής για να μεταφέρει μικρόφωνα, έναν αλλοπρόσαλλο χορό που τρέχει κυλιέται και κτυπιέται χωρίς λόγο, μαζεύει λουλούδια, πετά λουλούδια… και στα καλά καθούμενα κι εκεί που κορυφώνεται η δράση αρχίζει να τραγουδά και να χορεύει τζαζ! Ο πρεσβύτης… τι κρίμα! Οι αγγελιαφόροι… μετριότατοι.
    Πώς κατάφερε η Μαρία Τσιμά και έπαιξε με όλους αυτούς, είναι θαύμα!
    Τέλος, τι σκηνικό. Προς τι όλο αυτό το χώμα; Εκτός από τη σκόνη και τη βρομιά στα μαύρα ρούχα, τι προσφέρει; Εκείνος δε ο μαύρος μανδύας του Αγαμέμνονα… Περισσότερο με βρικόλα έμοιαζε παρά με βασιλιά.
    Αλλά και η μετάφραση δε θα έλεγα ότι ήταν καλή. Δεν έρεε με ομοιογένεια ο ρόλος. Δεν ήταν θεατρικός λόγος.
    Με λίγα λόγια, κρίμα και πάλι κρίμα.

  2. Ακούγαμε ο Στυλιανού από το Κρατικό, ένας καταπληκτικός ηθοποιός από Θεσσαλονίκη και τον βλέπω πρώτη φορά στην Επίδαυρο σε αυτήν την παράσταση. Τι να πω; Αλήθεια ίσως πολύ άτυχη στιγμή. Ένας αγγελιοφόρος καρικατούρα και ντυμένος ελάφι να περιφέρεται. Ο Αγαμέμνονας πάλι απλά ο άνθρωπος δεν το είχε καθόλου. Είναι για άλλα έργα και άλλους ρόλους αυτός, όχι για Αγαμέμνονας.

    Κρίμα… θα ήθελα ωστόσο να έχω μια ευκαιρία στο μέλλον να δω τον Στυλιανού σε κάτι άλλο, σε μια άλλη παραγωγή και με έναν άλλο σκηνοθέτη. Να δω και εγώ αυτό που ακούμε από εκεί πάνω, για έναν τρομερό ηθοποιό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Proudly powered by WordPress | Theme: Baskerville 2 by Anders Noren.

Up ↑